“Καλωσορίσατε στο Πήλιο”

Το Πήλιο είναι μια ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στα ελληνικά βουνά. Παρ`ότι δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό -η ψηλότερη κορυφή του, ο Πουριανός Σταυρός, έχει υψόμετρο 1624 μέτρα- λόγω της γεωγραφικής του θέσης πιάνει πολλά χιόνια το χειμώνα. Ως αποτέλεσμα, έχει πολλά νερά και άρα αυξημένες δυνατότητες για ανθρώπινη εγκατάσταση: είναι το πιο πυκνοκατοικημένο βουνό της Ελλάδας και ταυτόχρονα παραμένει κατάφυτο, όπως ήταν και στην αρχαιότητα -ο Ησίοδος το ονομάζει υλήεν (δασωμένο) και ο Όμηρος εινοσίφυλλον (με φύλλα που σείονται). Καθώς η χερσόνησος του Πηλίου βρέχεται ταυτοχρόνως από τον Παγασητικό κόλπο και το Αιγαίο, βουνό και θάλασσα βρίσκονται πάντοτε πολύ κοντά. Δεν πρέπει να υπάρχουν πολλά άλλα χιονοδρομικά κέντρα όπως αυτό, που ν` απέχουν μόνο 3 ώρες πορείας από την παραλία.

O συνδυασμός βουνού και θάλασσας, ιστορίας και μυθολογίας, φυσικής ομορφιάς και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής -αρχοντικά, μοναστήρια, γεφύρια, βρύσες, καλντερίμια- μαζί με τις υποδομές για καλοκαιρινό και χειμερινό τουρισμό αλλά και την εγγύτητα με ένα μεγάλο σύγχρονο αστικό κέντρο (την πόλη του Βόλου), όλα αυτά είναι που κάνουν το Πήλιο μοναδικό. Αν βρισκόταν σε κάποια πιο οργανωμένη χώρα της Ευρώπης, θα είχε από καιρό καθιερωθεί διεθνώς ως κορυφαίος προορισμός εναλλακτικού τουρισμού. Ενδεικτικά, το πλήθος των πεζοπορικών διαδρομών του είναι τέτοιο, ώστε μπορεί κανείς να περπατά κάθε μέρα σε άλλη διαδρομή και μετά από τρεις μήνες να μην έχουν ακόμα εξαντληθεί τα περιθώρια. Παραθαλάσσιες ή ορεινές, ευθύγραμμες ή κυκλικές, μέσα σε πυκνά δάση οξιάς, καστανιάς και βελανιδιάς ή χαμηλότερα σε μεσογειακή βλάστηση, ελαιώνες και οπωρώνες, με διάρκεια από μία μέχρι έντεκα ώρες, το Πήλιο έχει διαδρομές για όλους και για όλα τα γούστα. Το μόνο που δεν έχει, είναι η αλπική ζώνη και τα μεγάλα υψόμετρα. Χιονοδρομία, αναρρίχηση, σπηλαιολογία, ιππασία, ποδηλασία βουνού, καταδύσεις, ιστιοπλοΐα, βοτανολογία, οι δυνατότητες για εναλλακτικό τουρισμό είναι πάρα πολλές.

Τρεις κύριες μυθολογικές ιστορίες σχετίζονται με το Πήλιο: ο μύθος των Κενταύρων, του Ιάσονος με την Αργοναυτική εκστρατεία και των γάμων του Πηλέως με την Θέτιδα.

Η ανθρώπινη παρουσία στις παρυφές του Πηλίου αρχίζει από την προϊστορική εποχή. Οι ακροπόλεις του Σέσκλου και του Διμηνίου κατοικούνται συνεχώς από τη νεολιθική περίοδο (5η χιλιετία π.Χ.) μέχρι τα μυκηναϊκά χρόνια, και μάλιστα ο μυκηναϊκός οικισμός του Διμηνίου ταυτίζεται με την αρχαία Ιωλκό. Μεταξύ άλλων, αρχαίοι οικισμοί της περιοχής ήταν οι: Παγασαί, Γλαφυραί, Ολιζών, Νήλεια, Κορόπη, Σπάλαυθρα, Ορμίνιον, Κασθαναία, Αμφαναί.

Το 1881 το Πήλιο μαζί με όλη τη Θεσσαλία ενσωματώνεται στο νεοελληνικό κράτος. Η σύγχρονη πόλη του Βόλου είχε ιδρυθεί μόλις σαράντα χρόνια πριν, όταν πλούσιοι έμποροι έφθασαν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να πάρουν από τον Σουλτάνο την άδεια (φιρμάνι) να χτίσουν σπίτια, μαγαζιά και εκκλησία έξω από το Κάστρο, αφού βέβαια κατέθεσαν και ένα σημαντικό ποσό στο προσωπικό ταμείο του Σουλτάνου, παρακάμπτοντας έτσι την αρνητική στάση του τοπικού αγά. Καθώς αποτελεί τη φυσική πύλη εξόδου των προϊόντων της εύφορης θεσσαλικής πεδιάδας προς τη θάλασσα, η αστική ανάπτυξη του Βόλου μετά την απελευθέρωση και την κατασκευή λιμενικών και σιδηροδρομικών υποδομών, είναι ραγδαία.

Στα τέλη του 19ου αιώνα αποφασίζεται η κατασκευή στενής σιδηροδρομικής γραμμής πλάτους 60 εκατοστών (τύπου Decauville) από το Βόλο προς τα χωριά του Πηλίου, με προοπτική να φθάσει μέχρι τη Ζαγορά. Υπεύθυνος αναλαμβάνει ο Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο Ντε Κίρικο, πατέρας του υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο, ο οποίος γεννήθηκε στο Βόλο. Τελικά το τραίνο έφθασε ως τις Μηλιές το 1903 και λειτούργησε κανονικά μέχρι το 1971, ενώ τα τελευταία χρόνια επαναλειτουργεί με επιτυχία.